Το Plymouth Belmont, που παρουσιάσθηκε στο σαλόνι αυτοκινήτου του Σικάγο το 1954 (ως απάντηση στο Chevrolet Corvette), ήταν το πρώτο μοντέλο της Plymouth με πλαστικό αμάξωμα και το πρώτο μοντέλο του εργοστασίου με κινητήρα V8.
Το συγκεκριμένο roadster μοντέλο, σχεδιάσθηκε και αναπτύχθηκε από το Advanced Styling Studio της Chrysler Corporation αλλά παρέμεινε σε πρωτότυπη μορφή αφού δεν κατάφερε ποτέ να βγεί απο την γραμμή παραγωγής της Chrysler.
Ο αντιπρόεδρος σχεδιασμού της Plymouth, Virgil Exner, δεν μπορούσε να αντέξει την αποτυχία του δημιουργήματος του και διαπραγματεύτηκε με την εταιρεία για να τον αφήσει να κρατήσει το αυτοκίνητο για προσωπική του χρήση.
Ετσι το Belmont επέζησε έως και σήμερα, σε αντίθεση με άλλα concept cars της εποχής που οδηγήθηκαν στην πρέσσα.
Το πρώτο αυτοκίνητο με αμάξωμα από υαλοβάμβακα (το ασυνήθιστο Stout Scarab), αναπτύχθηκε μόλις 8 χρόνια νωρίτερα το 1948 και το υλικό αυτό προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον εξαιτίας της αντοχής του, του χαμηλού κόστους, της ελαφρότητας και της ικανότητάς του να χυτεύεται εύκολα σε πολυσύνθετα σχήματα.
Αποφασίστηκε για τον λόγο αυτό, η χρήση του τότε καινούργιου υλικού αιχμής που ονομαζόταν fiberglass, για την κατασκευή του αμαξώματος του Plymouth Belmont.
Μόλις ολοκληρώθηκε το στυλ του αμαξώματος, δημιουργήθηκε ένα καλούπι και τοποθετήθηκε το fiberglass.
Αντί να δημιουργήσουν ένα μεγάλο αριθμό μικρότερων τμημάτων και να τα συνδυάσουν, η ομάδα δημιούργησε μεγαλύτερα μονοκόματα τμήματα, μια επικίνδυνη κίνηση λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη εμπειρίας με τα συνθετικά υλικά.
Αρχικά, το αυτοκίνητο ήταν βαμμένο σε ασημί μπλε χρώμα που αργότερα άλλαξε σε κόκκινο.
Το πρωτότυπο Belmont χρησιμοποιούσε ένα κανονικό σασί Plymouth, κινητήρα V8 Polyspherical, 3.9 λίτρων (3949 cc), ισχύος 150 ίππων στις 4400 σ.α.λ., μονό καρμπυρατέρ Stromberg WW-3-108, κιβώτιο ταχυτήτων Hy-drive 3 σχέσεων, άκαμπτο άξονα στο πίσω μέρος, ζάντες χρωμίου από την Kelsey-Hayes και την εκκίνηση αναλάμβανε μια μπαταρία 6 volt. Το μήκος του ήταν 4860 mm, το πλάτος 1900 mm, το ύψος 1200 mm και το μεταξόνιο 2900 mm.
Ο σχεδιασμός απαιτούσε να καλυφθεί εντελώς η καμπίνα του αυτοκινήτου πίσω από τα καθίσματα σε ένα ξεχωριστό διαμέρισμα και οι χειρολαβές των θυρών δεν ήταν τοποθετημένες εξωτερικά, όπως ήταν συνηθισμένο εκείνη την εποχή και ο μόνος τρόπος να ανοίξουν ήταν η χρήση των εσωτερικών χειρολαβών.
Το εσωτερικό του Belmont, σχεδιάστηκε με στόχο την πολυτέλεια και διέθετε πλούσιο εξοπλισμό για την εποχή του, με ραδιόφωνο, κλιματισμό με χειριστήρια στην κεντρική κονσόλα, μια κεντρικά τοποθετημένη επεκτάσιμη κεραία ραδιοφώνου και ένα μακρύ ταμπλό με επτά όργανα που ενημέρωναν τον οδηγό για την τρέχουσα ταχύτητα και την κατάσταση λειτουργίας του αυτοκινήτου.
Τα καθίσματα, η κονσόλα, οι πόρτες και το πάνω ταμπλό ήταν επικαλυμμένα με γκρι δέρμα και υπήρχε ένας μικρός κεντρικός καθρέπτης οριζόντιας όρασης τοποθετημένος στο επάνω μέρος του ταμπλό.
Το παρμπρίζ του Plymouth Belmont ήταν κατασκευασμένο από παχύ πλέξιγκλας, που σημαίνει ότι η θέα προς τα εμπρός ήταν κάπως στρεβλωμένη και γενικά το αυτοκίνητο δεν ήταν αρκετά αδιάβροχο.
Το Belmont, ήταν ένα ελκυστικό αυτοκίνητο, αν και το σχέδιο του είχε υποστεί ένα συμβιβασμό ως προς την χρήση των προφυλακτήρων παραγωγής όπως απαιτήθηκε από την Plymouth.
Ο Exner κράτησε στην ιδιοκτησία του το Belmont μέχρι το 1968, όταν πωλήθηκε στη Marie DeAngelo. Μετά, πουλήθηκε στον Don Heckler το 1970 και παρέμεινε στην κατοχή του μέχρι το 1989. Αγοράσθηκε ξανά το 1989από τον Williams ως μέρος της συλλογής Blackhawk και υποβλήθηκε σε μια πλήρη αποκατάσταση.
Το 2001, ο Williams το πούλησε στη δημοπρασία Barrett-Jackson Scottsdale στο Ele Chesney στο New Jersey και από εκεί η ιστορία της ιδιοκτησίας χάθηκε.
Το 2010 περιήλθε στην κατοχή της εταιρείας εμπορίας αυτοκινήτων Hemmings, στο Long Island, η οποία και το διαφήμιζε.
Το 2014, το Belmont πωλήθηκε σε πλειστηριασμό για 1.320.000 $. Τώρα πρόκειται να προσφερθεί προς πώληση μέσω της Barrett-Jackson στο Scottsdale της Arizona.
